Αναρτήσεις

ποίηση

«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι»

Εικόνα
Παιδί πρόσφυγας στα βραχώδη μονοπάτια της Λέσβου, μόλις αποβιβάστηκε από μία βάρκα, ακολουθεί το υπόλοιπο καραβάνι. (Φωτογραφία: Nick Paleologos / SOOC. Πηγή: Lifo,gr) Να σκέφτεσαι τους άλλους ( Μαχμούντ Νταρουίς ) Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους. Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια. Όταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους. Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη. Όταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους. Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν. Όταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους. Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα. Όταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους. Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν. Όταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους. Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν. Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους, στον εαυτό σου γύρισε και πες: «Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι». Μαχμούντ Νταρουΐς: Να σκέφτεσαι τους άλλους - 1...

Ύμνος στη δική μου Θάλασσα

Εικόνα
©Flavio / flickr.com «Έναν ύμνο λαχτάρησα στη θάλασσα σε ρυθμούς απλωμένους σαν τις κραυγές των κυμάτων˙ στη θάλασσα όταν ο Ήλιος στα νερά της σαν κατακόκκινη σημαία κυματίζει˙ στη θάλασσα όταν φιλά τα χρυσαφένια στήθη των παρθένων ακτών που καρτερούν διψασμένες˙ στη θάλασσα καθώς ουρλιάζουν οι ορδές της κι εξακοντίζουν οι άνεμοι τις βλαστήμιες τους˙ όταν αστράφτει μέσα στ' ατσάλινο νερό η λαμπερή και αιμόφυρτη σελήνη˙ στη θάλασσα όταν πάνω της διαχέει την απροσμέτρητη πίκρα του το Κύπελλο των Άστρων. Σήμερα κατηφόρισα απ' το βουνό στην κοιλάδα κι απ' την κοιλάδα στη θάλασσα. Ο δρόμος τράβαγε μακρύς όσο κρατάει ένα φιλί. Οι μυγδαλιές σκορπούσαν τις γαλανές σκιές των κορυφών τους πάνω στο μονοπάτι και στην κορφή της κοιλάδας, ο ήλιος τινάζει τις ολόχρυσες Γολκόνδες του στο γλαυκό σου δάσος: Θάλασσα! Μητέρα, Αδελφή, Ερωμένη...! Μπαίνω μες στους απέραντους κήπους των νερών σου και κολυμπώ μακριά από τη στεριά. Τα κύματα έρχονται, με τους εύθραυστους θυσάνου...

Επί Ασπαλάθων...

Εικόνα
"Επί Ασπαλάθων..."  Γ. Σεφέρης Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού. πάλι με την άνοιξη. Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια και τους κίτρινους ανθούς. Απόμερα οι αρχαίες κολόνες,χορδές μιας άρπας που αντηχούν ακόμη... Γαλήνη -Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον; Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ,χαμένη στου μυαλού τ'αυλάκια. τ΄όνομα του κίτρινου θάμνου δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς. Το βράδυ βρήκα την περικοπή: "τον έδεσαν χειροπόδαρα" μας λέει "τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι". Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος 31 του Μάρτη 1971 Είναι το τελευταίο ποίημα του Σεφέρη και δημοσιεύτηκε στο Βήμα (23.9.71) τρεις μέρες μετά το θάνατό του στ...

Ἕνα μαχαίρι.

Εικόνα
Ἀπάνω μου ἔχω πάντοτε στὴ ζώνη μου σφιγμένο ἕνα μικρὸ ἀφρικανικὸν ἀτσάλινο μαχαίρι -ὅπως αὐτὰ ποὺ συνηθοῦν καὶ παίζουν οἱ Ἀραπάδες- ποὺ ἀπὸ ἕναν γέρο ἔμπορο τ᾿ ἀγόρασα στ᾿ Ἀλγέρι. Θυμᾶμαι, ὡς τώρα νἀ ῾τανε, τὸν γέρο παλαιοπώλη, ὅπου ἐμοίαζε μὲ μίαν παλιὰ ἐλαιογραφία τοῦ Γκόγια, ὀρθὸν πλάι σὲ μακριὰ σπαθιὰ καὶ σὲ στολὲς σχισμένες, νὰ λέει μὲ μία βραχνὴ φωνὴ τὰ παρακάτου λόγια. «Ἐτοῦτο τὸ μαχαίρι ἐδῶ ποὺ θέλεις ν᾿ ἀγοράσεις μὲ ἱστορίες ἀλλόκοτες ὁ θρύλος τό ῾χει ζώσει, κι ὅλοι τὸ ξέρουν πὼς αὐτοὶ ποὺ κάποια φορὰ τό ῾χαν, καθένας κάποιον ἄνθρωπο δικό του ἔχει σκοτώσει. Ὁ Δὸν Μπαζίλιο σκότωσε μ᾿ αὐτὸ τὴ Δόνα Τζούλια τὴν ὄμορφη γυναίκα του γιατὶ τὸν ἀπατοῦσε. Ὁ Κόντε Ἀντόνιο μία βραδιὰ τὸ δύστυχο ἀδερφό του μὲ τὸ μαχαίρι τοῦτο ἐδῶ κρυφὰ δολοφονοῦσε. Ἕνας Ἀράπης τὴ μικρὴ ἐρωμένη του ἀπὸ ζήλια καὶ κάποιος ναύτης Ἰταλὸς ἕναν Γραικὸ λοστρόμο. Χέρι σὲ χέρι ξέπεσε καὶ στὰ δικά μου χέρια. Πολλὰ ἔχουν δεῖ τὰ μάτια μου, μ᾿ αὐτὸ μοῦ φέρνει τρόμο. Σκύψε καὶ δές το, μι᾿ ἄγκυρα κι ἕνα οἰκόσημο ἔχει, εἰν...

Περιμένοντας τους Βαρβάρους

Εικόνα
-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι; Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα. -Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία; Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε; -Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα. Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί; Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν. -Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη, και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα; -Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα. Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα. -Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες· γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους, και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια· γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα; Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα· και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους. -Γιατί κ' οι άξι...

Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι.

Εικόνα
. "Στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος Κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι· Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα Κι' έφώναζα: «ώ θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!» Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι· Καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι." . Δ. Σολωμός (από τον "Κρητικό")

To κοράκι.

Εικόνα
Εικόνα: Nick Kontostavlakis - Μετάφραση του ποιήματος The Raven του Edgar Allan Poe από τον Μαρίνο Σίγουρο. Μες στ' άγρια μεσάνυχτα που ίσκιοι κρυφοδιαβαίνουν Ήμουν μονάχος, γέρνοντας το βάρυπνο κεφάλι Σ' ένα βιβλίο σιβυλλικό. Και σαν σε ονειροζάλη Ήχους μακρόσυρτους γρικώ που κούφιοι σιγοσβένουν. Κι είπα "Στην θύρα μην κανείς ανάλαφρα χτυπάει; Όχι. Δεν θα 'ναι τίποτε και ο άνεμος θα φυσάει". Άγριος χειμώνας ήτανε, δεν θα το λησμονήσω, Τους ίσκιους αργοσάλευτους μες στη φωτιά θωρούσα. Ποθούσα να 'ρθει χαραυγή κι ανώφελα ζητούσα Τη λήθη στα χαρτιά να βρω, τη θλίψη μου να σβήσω. Οι άγγελοι στον ουρανό μιλούν μ' εκείνη τώρα, Κι εδώ στη γη κανένας πια δεν κράζει την Λενόρα. Στη σιγαλιά σαν απαλό θρόισμα κάτι περνάει Τις κόκκινες μετάξινες κουρτίνες κάποιος σέρνει Και τρόμος πρωταγρίκητος και τρίσβαθος με δέρνει, Και για να πάψει η φτωχή καρδιά μου να χτυπάει, Είπα: "Δεν είναι τίποτε, μπορεί κανένας ξένος Να κρούει τη θύρα, άγνωστος και νυχτοπλανεμένος...

Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα…

Εικόνα
Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα Με τις γυναίκες τους ήλιους τα σκυλιά μας Παίξαμε τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό Φρέσκο καθώς ξεπήδαγε από τους αιώνες Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθήσαμε Και κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια. Μια πεταλούδα πέταξε απ΄ τα στήθια μας Ήτανε πιο λευκή Απ΄ το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας Ξέραμε πως δεν ήταν να σβηστεί ποτές Πως δε θυμότανε καθόλου τι σκουλήκια έσερνε Το βράδυ ανάψαμε φωτιά Και τραγουδούσαμε γύρω τριγύρω: Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα Φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας λέγε μας τη ζωή. Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ΄ τα χέρια Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν Κι αν είναι αυτό που μας μεθάει μαγνήτης, το γνωρίζουμε Κι αν είναι αυτό που μας πονάει κακό, τόχουμε νιώσει Εμείς τη λέμε τη ζωή, πηγαίνουμε μπροστά Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε. Είμαστε από καλή γενιά. Οδυσσέας Ελύτης

Οι στόχοι μας ...

Εικόνα
«Όσα Βουνά κι αν ανεβείτε,   απ'τις κορφές τους θ’ αγναντεύετε άλλες κορφές,   ψηλότερες, μιαν άλλη πλάση ξελογιάστρα   και στην κορφή σα φτάστε την κατάψηλη   πάλι θα καταλάβετε πως βρίσκεστε   σαν πρώτα κάτω απ'όλα τ'άστρα.» (Κ. Παλαμάς - «Ο δεκάλογος του γύφτου»)