20.11.16

Ένα ουσιαστικό πρόβλημα δημοκρατίας.

Ο Wolfgang Streeck είναι διευθυντής στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών Max Planck και καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Είναι Επίτιμο Μέλος της SASE, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών Βερολίνου Βρανδεμβούργου και της «Academia Europaea». Στο νέο του βιβλίο με τίτλο «How Will Capitalism End?», υποστηρίζει ότι αν και η οικονομική πρόοδος στον 20ο αιώνα έκανε το σύστημα της ελεύθερης αγοράς ελκυστικό στις πλειοψηφίες, σήμερα οι αμφιβολίες περί συμβατότητας καπιταλιστικής οικονομίας και δημοκρατίας επιστρέφουν. Γεγονός το οποίο απεικονίζεται στην άνοδο του αριστερού και δεξιού λαϊκισμού αλλά και στην αδυναμία των δημοσκόπων στην εκλογική έρευνα. Η μελέτη του Streeck προσπαθεί να αποσαφηνίσει την τρέχουσα εποχή αβεβαιότητας.

Το απόσπασμα που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο blog των εκδόσεων «Verso Books», με αφορμή την εκλογή Τράμπ και τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις στην Αμερική. Το βιβλίο «How Will Capitalism End?» βρίσκεται σε έκπτωση 40% στο ηλεκτρονικό κατάστημα των εκδόσεων


Του Wolfgang Streeck, απόσπασμα από το «How Will Capitalism End?».
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει η συζήτηση σχετικά με την κρίση και το μέλλον του καπιταλισμού να εστιάσει στη δημοκρατική πολιτική. Καπιταλισμός και δημοκρατία, ενώ για καιρό θεωρούνταν εχθροί, με την μεταπολεμική σύγκλιση φάνηκε πως κατάφεραν να συμφιλιωθούν. Κατά τον 20ο αιώνα, από τη μία οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου φοβόντουσαν μία ενδεχόμενη κατάργηση του πλούτου τους από τις δημοκρατικές πλειοψηφίες, και από την άλλη οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα μία αυταρχική καπιταλιστική στροφή για την υπεράσπιση των συμφερόντων του κεφαλαίου. Μόνο κατά τον Ψυχρό Πόλεμο ο καπιταλισμός και η δημοκρατία φάνηκαν να εναρμονίζονται μεταξύ τους, καθώς η οικονομική ανάπτυξη έφερε την εργατική τάξη σε σημείο αποδοχής της ελεύθερης αγοράς και της ιδιοκτησίας, δημιουργώντας την ιδέα ότι η δημοκρατία εξαρτάται από την ελευθερία στην κερδοσκοπία των αγορών. Σήμερα όμως, παρατηρείται μία δυναμική επιστροφή της αμφισβήτησης στην ιδέα περί συμβατότητας μεταξύ καπιταλιστικής οικονομίας και δημοκρατίας. Μεταξύ των απλών ανθρώπων υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι πλέον η πολιτική δεν μπορεί να αλλάξει την ζωή τους. Αποτέλεσμα μίας κοινής διαπίστωσης περί αδιεξόδου, ανικανότητας και διαφθοράς μίας ολοένα και πιο αυτό-εξυπηρετούμενης πολιτικής τάξης, η οποία ενώνεται υπό του δόγματος ΤΙΝΑ («there is no alternative»). Ως αποτέλεσμα, η μείωση της εκλογικής συμμετοχής και η υψηλή εκλογική μεταβλητότητα, παράγουν έναν όλο και μεγαλύτερο εκλογικό κατακερματισμό, λόγω της ανόδου «λαϊκιστικών» κομμάτων διαμαρτυρίας, και μίας έντονης κυβερνητικής αστάθειας.
Σήμερα παρατηρείται μία δυναμική επιστροφή της αμφισβήτησης στην ιδέας περί συμβατότητας μεταξύ καπιταλιστικής οικονομίας και δημοκρατίας.
Η νομιμοποίηση της μεταπολεμικής δημοκρατίας βασίστηκε στην παραδοχή ότι τα κράτη είχαν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν στις αγορές και να διορθώνουν τις συνέπειές τους κατά το συμφέρον των πολιτών. Η επί δεκαετίες αύξηση των ανισοτήτων γεννούν αμφιβολίες περί αυτού, όπως και η ανικανότητα των κυβερνήσεων πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη κρίση του 2008. Ως αντίδραση στην αυξανόμενη αδυναμία τους στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας της αγοράς, οι κυβερνώντες και τα πολιτικά κόμματα στις δημοκρατίες του ΟΟΣΑ, αλλού με μεγαλύτερη αλλού με λιγότερη ευχαρίστηση, στράφηκαν στα μετα-δημοκρατικά πρότυπα και στο Politainment. Παράλληλα, προχώρησε ομαλά η μετάβαση της καπιταλιστικής πολιτικής οικονομίας από τον Κεϋνσιανισμό στον νεοφιλελεύθερο «Hayekianism». Από την πολιτική φόρμουλα της οικονομικής ανάπτυξης μέσω αναδιανομής από τα πάνω προς τα κάτω, στην απαίτηση για ανάπτυξη μέσω αναδιανομής από τα κάτω προς τα πάνω. Η ισότητα και η ισονομία, οικονομικά παραγωγικές για τον Κεϋνσιανισμό, θεωρήθηκαν εμπόδιο για την αποδοτικότητα του νεοφιλελευθερισμού, όπου η ανάπτυξη βασίζεται στην ανεξαρτησία των αγορών, και στη συσσώρευση που αυτές δημιουργούν, ενάντια στις στρεβλώσεις των πολιτικών αναδιανομής.



Κεντρικό ζήτημα της σημερινής αντι-δημοκρατικής ρητορικής είναι η δημοσιονομική κρίση στο σύγχρονο κράτος, όπως αντανακλάται στην εκπληκτική αύξηση του δημόσιου χρέους από το 1970 (Πίνακας 1.1). Το αυξανόμενο δημόσιο χρέος αποδίδεται στις εκλογικές πλειοψηφίες που ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους, εξαντλώντας το «κοινό ταμείο» των κοινωνιών τους, και σε καιροσκόπους πολιτικούς που «αγοράζουν» την υποστήριξη του κοντόφθαλμου εκλογικού κοινού τους με χρήματα που δεν έχουν. Ωστόσο, η δημοσιονομική κρίση θα ήταν απίθανο να έχει προκληθεί από μία υπερβολική αναδιανεμητική πολιτική, κάτι που φαίνεται από το γεγονός ότι η συσσώρευση δημοσίου χρέους  συνέπεσε με τη μείωση της εκλογικής συμμετοχής, ειδικά στα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, και συνοδεύτηκε από συρρίκνωση του συνδικαλισμού, μείωση των απεργιών, περικοπές στο κράτος πρόνοιας και έκρηξη εισοδηματικών ανισοτήτων.
Η θεσμική θωράκιση της οικονομίας των αγορών από τη δημοκρατία έχει προχωρήσει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Η οικονομική πολιτική σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από δημοκρατικά ασύδοτες κεντρικές τράπεζες.
Η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών σχετίζεται με τη μείωση των επιπέδων φορολογίας (Πίνακας 1.2) και τον όλο και πιο αναποτελεσματικό χαρακτήρα των φορολογικών συστημάτων, ως αποτέλεσμα των «μεταρρυθμίσεων» στους συντελεστές φορολογίας υψηλών εισοδημάτων και εταιριών (Πίνακας 1.3). Επιπλέον, με την αντικατάσταση φορολογικών εσόδων με χρέη, οι κυβερνήσεις συνέβαλαν περαιτέρω στην ανισότητα, με την έννοια ότι το κράτος προσέφερε ασφαλείς επενδυτικές ευκαιρίες σε όσους έπαψε να φορολογεί, ενώ παράλληλα αναγκαζόταν να δανειστεί από αυτούς. Έτσι, αντίθετα με τους κοινούς φορολογούμενους, οι αγοραστές κρατικών ομολόγων συνεχίζουν να κατέχουν το κεφάλαιο που «δανείζουν» στο κράτος, εισπράττοντας παράλληλα τόκους για αυτό. Πληρώνουν με αυτόν τον τρόπο ακόμα μικρότερη φορολογία, ενώ τα ομόλογα μπορούν και να τα περάσουν στα παιδιά τους. Επιπλέον, η αύξηση του δημόσιο χρέους αξιοποιείται πολιτικά ως δικαιολογία για την περικοπή δημοσίων δαπανών και την ιδιωτικοποίηση δημόσιων υπηρεσιών, για τον περαιτέρω περιορισμό των αναδιανεμητικών δημοκρατικών παρεμβάσεων στην καπιταλιστική οικονομία.



Η θεσμική θωράκιση της οικονομίας των αγορών από τη δημοκρατική παρέμβαση έχει προχωρήσει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Τα συνδικάτα εξασθενούν παντού, ενώ σε πολλές χώρες  επιχειρείται η καταπολέμηση τους, και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Η οικονομική πολιτική σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από ανεξάρτητες – δηλαδή δημοκρατικά ασύδοτες – κεντρικές τράπεζες που ενδιαφέρονται πάνω απ’ όλα για την καλή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Στην Ευρώπη, η εθνική οικονομική πολιτική, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού των μισθών και των κρατικών προϋπολογισμών, όλο και περισσότερο εξαρτάται από υπερεθνικούς οργανισμούς σαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που δεν υπόκεινται στον λαϊκό δημοκρατικό έλεγχο. Πρόκειται ουσιαστικά για την απο-δημοκρατικοποίηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, χωρίς φυσικά την απο-πολιτικοποίησή του.



Παρόλα αυτά, εξακολουθούν να υπάρχουν αμφιβολίες μεταξύ των τάξεων των κερδοσκόπων για το αν η δημοκρατία, ακόμα και σε μία αποδυναμωμένη σύγχρονη εκδοχή της, θα επιτρέπει τις απαραίτητες για την ανάκτηση του καθεστώτος τους «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Όπως και οι απλοί πολίτες, αν και για τους αντίθετους λόγους, οι ελίτ χάνουν την εμπιστοσύνη τους στις δημοκρατικές κυβερνήσεις για την αναμόρφωση των κοινωνιών σύμφωνα με τις επιταγές της αγοράς. Η υποτιμητική άποψη του δόγματος της «Public Choice», για την δημοκρατική πολιτική ως δύναμη αποσυντονισμού των αγορών στην υπηρεσία καιροσκόπων πολιτικών και των πελατών τους, αποτελεί κοινή παραδοχή μεταξύ των ελίτ, καθώς θεωρείται ότι αν ο καπιταλισμός των αγορών «καθαρίσει» από την δημοκρατία, όχι μόνο θα γίνει πιο αποτελεσματικός αλλά και περισσότερο ενάρετος και υπεύθυνος. Χώρες όπως η Κίνα επιβραβεύονται για τα αυταρχικά πολιτικά τους συστήματα, που είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένα από τις πλειοψηφικές δημοκρατίας απέναντι σε αυτές που θεωρούνται ως οι «προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης». Μία ρητορική που έχει αρχίσει αισθητά να θυμίζει τους εορτασμούς των καπιταλιστικών ελίτ κατά τα μεσοπολεμικά χρόνια του γερμανικού και ιταλικού φασισμού, για την προφανώς ανώτερη οικονομική εξουσία που απολάμβαναν.
Οι πιέσεις των ελίτ για την οικονομική εξουδετέρωση της δημοκρατίας θα συνεχιστούν με αμείωτο ρυθμό.
Προς το παρόν, η επικρατούσα νεοφιλελεύθερη «πολιτική ουτοπία» είναι μία συμμορφωμένη προς την αγορά δημοκρατία, που θα στερείται των εξουσιών συμμόρφωσης των αγορών και θα υποστηρίζει τους μηχανισμούς αναδιανομής από τα κάτω προς τα πάνω. Παρά το γεγονός ότι το εν λόγω σενάριο έχει ήδη προχωρήσει τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ, οι υποστηρικτές του εξακολουθούν να ανησυχούν ότι οι πολιτικοί θεσμοί που κληρονομήθηκαν από τη μεταπολεμική σύγκλιση μπορεί σε κάποιο σημείο να ανακτηθούν από τις λαϊκές πλειοψηφίες, σε μία τελευταία προσπάθεια να εμποδίσουν την πρόοδο προς μία νεοφιλελεύθερη λύση στην κρίση. Επομένως, οι πιέσεις των ελίτ για την οικονομική εξουδετέρωση της δημοκρατίας θα συνεχιστούν με αμείωτο ρυθμό. Στην Ευρώπη αυτές οι πιέσεις λαμβάνουν τη μορφή μίας συνεχούς μεταβίβασης ευθηνών λήψης πολιτικοοικονομικών αποφάσεων σε υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι Σύνοδοι Κορυφής.

Διαβάστε ολόκληρο το απόσπασμα στην πρωτότυπη μορφή του στο Blog των Verso Books.
Διαβάστε ακόμα περισσότερα αποσπάσματα από το «How Will Capitalism End?».
#top #prev